δελφινάριον

δελφῑν-άριον, τό,
A small dolphin, Hero Aut.27.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δελφιναρίου — δελφινάριον small dolphin neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφινάρια — δελφινάριον small dolphin neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφινάριο — το (Α δελφινάριον) [δελφίς] χώρος δημόσιων θεαμάτων με δεξαμενή για επιδείξεις γυμνασμένων δελφινιών αρχ. μετάλλινο δελφινάκι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.